Thymele Logo
Search

θυμελικός, -ή, -ό [επίθετο]

Articles Icon 2
Videos Icon 2
[1]

Ορισμός

Επίθετο που παραπέμπει στους μουσικούς αγώνες, οι οποίοι λάμβαναν χώρα στην ορχήστρα (θυμέλη) του αρχαίου θεάτρου. Με τη σταδιακή συρρίκνωση ή και κατάργηση της ορχήστρας στην ύστερη αρχαιότητα, ο όρος θυμελικός σημαίνει γενικότερα θεατρικός και εν συνεχεία ταυτίζεται κυρίως με τον όρο ηθοποιός και γενικότερα καλλιτέχνης/διασκεδαστής.

Ανάπτυξη

Οι αρχαίοι Έλληνες τιμούσαν τους θεούς τους, προσφέροντάς τους θεάματα αγωνιστικού χαρακτήρα που λάμβαναν χώρα σε στάδια (αθλητικοί αγώνες) και θέατρα (μουσικοί αγώνες). Ειδικότερα, τα αγωνίσματα των μουσικών αγώνων περιλάμβαναν τις εξής κατηγορίες:

  1. παραστάσεις κωμωδίας, τραγωδίας και σατυρικού δράματος,
  2. παραστάσεις τραγουδιστών εν χορώ και με συνοδεία μουσικής (διθύραμβοι),
  3. απαγγελίες εγκωμίων ή ποιημάτων από ραψωδούς, επικούς ποιητές, ποιητές προσοδίων και ποιητές παρωδίας,
  4. ακροάσεις οργανικής μουσικής (κιθαριστές, αυλητές) και
  5. ακροάσεις μουσικής συνοδευόμενης από άσματα (κιθαρωδοί, αυλωδοί).


Στην αρχαία Αθήνα, οι μουσικοί αγώνες φιλοξενούνταν μέχρι τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. στο Ωδείο του Περικλή που ήταν χτισμένο δίπλα στο αρχαίο θέατρο του Διονύσου. Ο Δημήτριος ο Φαληρεύς [Demetrius Phalereus], ο οποίος διοικούσε την Αθήνα για λογαριασμό του βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρου [Kassandros], μετέφερε τους μουσικούς αγώνες από το Ωδείο στο αρχαίο θέατρο του Διονύσου. Πιθανότατα τότε επήλθε ο διαχωρισμός των μουσικών αγώνων σε σκηνικούς (δραματικούς) και θυμελικούς (μουσικούς): οι μεν πρώτοι παρουσιάζονταν στη σκηνή, οι δε δεύτεροι στην ορχήστρα (θυμέλη).


Ο διαχωρισμός σε θυμελικούς και σκηνικούς αγώνες μαρτυρείται επιγραφικά στα μέσα του 3ου αι. π.Χ. στα Μουσεῖα των Θεσπιών, όπως επίσης και μεταγενέστερα σε άλλες εορτές, όπως στα Σωτήρια της Ακραιφίας και στις Πυθαΐδες των Δελφών. Όμως και ο Vitruvius Pollio [Βιτρούβιος] (1ος αι. π.Χ.) διαχωρίζει με σαφήνεια τους «θυμελικούς» από τους «σκηνικούς» καλλιτέχνες, λέγοντας: «…στο ελληνικό θέατρο οι μεν τραγικοί και κωμικοί υποκριταί δρουν στη σκηνή, οι δε υπόλοιποι καλλιτέχνες [δηλαδή ο χορός], εκτελούν [το δικό τους μέρος της σκηνικής δράσης στην ορχήστρα· για το λόγο αυτό φέρουν στην ελληνική τις διακριτές ονομασίες σκηνικοί και θυμελικοί» (De architectura, 5.8, μτφρ. Παύλος Λέφας). Μετά τον 5ο αι. μ.Χ., ο όρος θυμελικός προσδιόριζε έναν επαγγελματία των δημοσίων θεαμάτων (αθλητή ή καλλιτέχνη).


Στη βυζαντινή εποχή, θυμελικοί αποκαλούνταν οι ηθοποιοί, και σκηνικοί οι λοιποί καλλιτέχνες που εμφανίζονταν στο θέατρο (βλ. Σούδα, λ. θυμελικοί). Στα εκκλησιαστικά και πατερικά κείμενα, ιδιαίτερα της ύστερης βυζαντινής περιόδου, ο όρος θυμελικός χρησιμοποιούνταν και με τη σημασία του λαϊκού μουσικού ή οργανοπαίκτη, ο οποίος διασκέδαζε το κοινό τραγουδώντας, χορεύοντας και παίζοντας μουσική, κυρίως σε γάμους και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις, συχνά φορώντας φανταχτερό κοστούμι. Ιδιαίτερα οι θυμελικές, δηλαδή οι γυναίκες θεατρίνες, χορεύτριες και μιμάδες, αντιμετωπίζονταν ως μια περιθωριακή ομάδα ανυπόληπτων καλλιτέχνιδων και εταίρων (πρβλ. Πλούτ. Σύλλας, 36).


Τα λεγόμενα θυμελικά παίγνια της βυζαντινής και ύστερης βυζαντινής περιόδου αφορούσαν: α) ιδιωτικές ή δημόσιες ψυχαγωγικές εκδηλώσεις, συνήθως στο πλαίσιο θρησκευτικών εορτών, με συμμετοχή διασκεδαστών και συνοδεία μουσικών οργάνων· β) ιδιωτικές εθιμικές εκδηλώσεις του οικογενειακού κύκλου, όπως γλέντια γάμων, καθώς και επίσημες αυτοκρατορικές τελετές ή γεύματα προς τιμήν επιφανών προσώπων. Το περιεχόμενό τους χαρακτηριζόταν ως φαιδρό, άσεμνο και ειδωλολατρικό. Οι εν λόγω εκδηλώσεις λάμβαναν χώρα σε ποικίλους χώρους, από τη βασιλική αυλή έως τις λαϊκές συνοικίες της Κωνσταντινούπολης, με τη συμμετοχή μουσικών, ακροβατών, χορευτών και ομάδων ηθοποιών, προσφέροντας μουσική, τραγούδι, χορό και, πιθανώς, σκηνικές παραστάσεις. Η Εκκλησία είχε, από νωρίς, απαγορεύσει ρητά τη συμμετοχή ιερουργούντων σε τέτοιου είδους θεάματα [Κανόνες τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου (357–368 μ.Χ.), Κανὼν ΝΔ΄· Κανόνες τῆς ἐν Τρούλλῳ Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (691 μ.Χ.), Κανὼν ΚΔ΄. Η μουσική του θεάτρου και η έντονη, ρυθμική, λαϊκή ή κοσμική μουσική που παιζόταν σε δείπνα, συμπόσια, γάμους κ.ά., ήταν γνωστή ως θυμελική (και θυμελικά ἐπιτηδεύματα ή ᾄσματα). Οι Πατέρες της Εκκλησίας καταδίκασαν τα θυμελικά μέλη ως φορείς διαφθοράς της πίστης. Σταδιακά, η λειτουργική μουσική διαχωρίστηκε από τη θυμελική, αποκτώντας το δικό της καθορισμένο σύστημα.

Αγγλικά
thymelic
Γαλλικά
thymélique
Γερμανικά
thymelisch
Ιταλικά
timelico, timelica

Σχετικοί όροι

θυμέλη, ορχήστρα, μουσικοί αγώνες, θεατρικοί αγώνες

Πεδίο εφαρμογής

• Όψις και παραγωγή
• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«Im altgriechischen Theater und auch im hellenistischen fanden alle Aufführungen in der Orchestra statt. Bei den dramatischen Aufführungen war der Spielplatz durch die Skene als besonderer Ort charakterisiert, die Skene bildete den Hintergrund und damit den idealen Mittelpunkt des Spieles, nach ihr durften die Agone als skenische, die auftretenden Künstler als Skeniker bezeichnet werden. Bei allen anderen Aufführungen, mochten es nun musikalische oder andere sein, hatte die Skene keinerlei Bedeutung, sie bildete einen ganz indifferenten Hintergrund, die Techniten standen und agirten innerhalb der Orchestra, entweder auf der Thymele selbst oder um sie herum. Nach der letzteren konnten daher die Aufführungen, im Gegensatze zu den skenischen, als thymelische bezeichneten werden».

«Στο αρχαίο ελληνικό θέατρο, και επίσης στο ελληνιστικό, όλες οι παραστάσεις λάμβαναν χώρα στην ορχήστρα. Στις δραματικές παραστάσεις, ο χώρος δράσης χαρακτηριζόταν ως ιδιαίτερος από τη σκηνή· η σκηνή αποτελούσε το φόντο και τον ιδανικό κεντρικό άξονα του έργου. Από αυτήν, οι αγώνες μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως σκηνικοί και οι εμφανιζόμενοι καλλιτέχνες ως σκηνικοί επίσης. Σε όλες τις άλλες παραστάσεις, είτε μουσικές είτε άλλου είδους, η σκηνή δεν είχε καμία σημασία· αποτελούσε ένα εντελώς ουδέτερο φόντο, ενώ οι τεχνίτες στέκονταν και ενεργούσαν μέσα στην ορχήστρα, είτε επάνω στην θυμέλη είτε γύρω από αυτήν. Από τη θυμέλη, αυτές οι παραστάσεις, σε αντίθεση με τις σκηνικές, μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως θυμελικές».

Απόσπασμα που εστιάζει στη διάκριση μεταξύ σκηνικών και θυμελικών παραστάσεων στο αρχαίο θέατρο.

Dörpfeld, W. (1902). Thymele und Skene. Hermes, 37, 249-257. Βλ. 257.

Quote Icon

«Κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο, ορχηστές, ορχηστρίδες, θυµελικές, σκηνικοί, αυλητρίδες, μίμοι και μιμάδες ασχολούνταν επαγγελματικά με τον χορό και αμείβονταν για τις μουσικοχορευτικές παραστάσεις που έδιναν ενώπιον κοινού».

Απόσπασμα που αναφέρεται στους επαγγελματίες ερμηνευτές που λάμβαναν μέρος σε μουσικοχορευτικές παραστάσεις κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο.

Μουτζάλη, Α. (2004). Ο χορός ως κοινωνική πράξη στην καθημερινή ζωή των Βυζαντινών. Αρχαιολογία και τέχνες, 91, 20–28. Βλ. σ, 22.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Κιθαρωδός. Ερυθρόμορφος αμφορέας του Ζωγράφου του Βερολίνου [Berlin Painter], περίπου 490 π.Χ., Νέα Υόρκη,…

Ο γελωτοποιός Γρύλλος και ο θίασος των θυμελικών λοιδορούν τον Πατριάρχη Ιγνάτιο με τις «ευλογίες»…

βασική

Mauduit, C. & Moretti, J.-Ch. (2009). La θυμέλη au théâtre: Une approche sémantique. Στο J.-C. Moretti (Επιμ.), Fronts de scène et lieux de culte dans le théâtre antique (σσ. 11–21). Lyon: Maison de l’Orient et de la Méditerranée - Jean Pouilloux.

Λατέλη, Κ. (2019). “Θυμελική (λειτουργική) μουσική”, “καλλιφωνίαι”, “καλλίφωνοι”, “καλόφωνοι”: Μουσικοί επιτελεστές και ασματικές πρακτικές, αισθητικές και ερμηνευτικές αλληλεπιδράσεις και ανταλλαγές ανάμεσα στην κοσμική και στην εκκλησιαστική φωνητική μουσική κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο, μέσα από τη μελέτη της ορολογίας των πηγών. Στο Κ. Χάρδας, Π. Βούβαρης, Κ. Καρδάμης, Γ. Σακαλλιέρος, & Ι. Φούλιας (Επιμ.), 8ο Διατμηματικό Μουσικολογικό Συνέδριο: Επιδράσεις και αλληλεπιδράσεις: Πρακτικά διατμηματικού συνεδρίου υπό την αιγίδα της Ελληνικής Μουσικολογικής Εταιρείας, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 25-27 Νοεμβρίου 2016 (σσ. 562–580). Θεσσαλονίκη: Ελληνική Μουσικολογική Εταιρεία.

Πούχνερ, Β. (1984). Το Βυζαντινό Θέατρο. Στο: Ευρωπαϊκή Θεατρολογία. Ένδεκα μελετήματα. σσ. 13-92. Αθήνα: Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν.

συμπληρωματική

Bethe, E. (1901). Thymeliker und Skeniker. Hermes, 36(4), 597–601.

Doerpfeld, W. (1902). Thymele und Skene. Hermes, 37(2), 249–257.

Mikedaki, M. (2019). Tabula Imperii Romani, J 34 – Athens, Boeotia. Athens: Academy of Athens.

Pickard-Cambridge, A. W. (1946). The Theatre of Dionysus at Athens. Oxford: Clarendon Press.

RE VI A (1936) 704-706, λ. θυμελικοί ἀγῶνες (Wolf Aly).

Sifakis, G. M. (1968). Studies in the History of Hellenistic Drama. London: University of London / The Athlone Press.

Βιβιλάκης, Ι. (2005). Εκκλησία και Θέατρο στο Βυζάντιο. Στο Ι. Βιβιλάκης (Επιμ.). Θρησκεία και Θέατρο στην Ελλάδα (σσ. 85-140). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Πλωρίτης, Μ. (1999). Το θέατρο στο Βυζάντιο. Αθήνα: Καστανιώτη.

APA

Θυμέλη – Λεξικό Παραστατικών Τεχνών. (n.d.). θυμελικός, -ή, -ό. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/θυμελικός, -ή, ό

Chicago

"θυμελικός, -ή, -ό." Θυμέλη – Λεξικό Παραστατικών Τεχνών. Accessed 17 April 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/θυμελικός, -ή, ό.

1741