Οι αρχαίοι Έλληνες τιμούσαν τους θεούς τους, προσφέροντάς τους θεάματα αγωνιστικού χαρακτήρα που λάμβαναν χώρα σε στάδια (αθλητικοί αγώνες) και θέατρα (μουσικοί αγώνες). Ειδικότερα, τα αγωνίσματα των μουσικών αγώνων περιλάμβαναν τις εξής κατηγορίες:
- παραστάσεις κωμωδίας, τραγωδίας και σατυρικού δράματος,
- παραστάσεις τραγουδιστών εν χορώ και με συνοδεία μουσικής (διθύραμβοι),
- απαγγελίες εγκωμίων ή ποιημάτων από ραψωδούς, επικούς ποιητές, ποιητές προσοδίων και ποιητές παρωδίας,
- ακροάσεις οργανικής μουσικής (κιθαριστές, αυλητές) και
- ακροάσεις μουσικής συνοδευόμενης από άσματα (κιθαρωδοί, αυλωδοί).
Στην αρχαία Αθήνα, οι μουσικοί αγώνες φιλοξενούνταν μέχρι τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. στο Ωδείο του Περικλή που ήταν χτισμένο δίπλα στο αρχαίο θέατρο του Διονύσου. Ο Δημήτριος ο Φαληρεύς [Demetrius Phalereus], ο οποίος διοικούσε την Αθήνα για λογαριασμό του βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρου [Kassandros], μετέφερε τους μουσικούς αγώνες από το Ωδείο στο αρχαίο θέατρο του Διονύσου. Πιθανότατα τότε επήλθε ο διαχωρισμός των μουσικών αγώνων σε σκηνικούς (δραματικούς) και θυμελικούς (μουσικούς): οι μεν πρώτοι παρουσιάζονταν στη σκηνή, οι δε δεύτεροι στην ορχήστρα (θυμέλη).
Ο διαχωρισμός σε θυμελικούς και σκηνικούς αγώνες μαρτυρείται επιγραφικά στα μέσα του 3ου αι. π.Χ. στα Μουσεῖα των Θεσπιών, όπως επίσης και μεταγενέστερα σε άλλες εορτές, όπως στα Σωτήρια της Ακραιφίας και στις Πυθαΐδες των Δελφών. Όμως και ο Vitruvius Pollio [Βιτρούβιος] (1ος αι. π.Χ.) διαχωρίζει με σαφήνεια τους «θυμελικούς» από τους «σκηνικούς» καλλιτέχνες, λέγοντας: «…στο ελληνικό θέατρο οι μεν τραγικοί και κωμικοί υποκριταί δρουν στη σκηνή, οι δε υπόλοιποι καλλιτέχνες [δηλαδή ο χορός], εκτελούν [το δικό τους μέρος της σκηνικής δράσης στην ορχήστρα· για το λόγο αυτό φέρουν στην ελληνική τις διακριτές ονομασίες σκηνικοί και θυμελικοί» (De architectura, 5.8, μτφρ. Παύλος Λέφας). Μετά τον 5ο αι. μ.Χ., ο όρος θυμελικός προσδιόριζε έναν επαγγελματία των δημοσίων θεαμάτων (αθλητή ή καλλιτέχνη).
Στη βυζαντινή εποχή, θυμελικοί αποκαλούνταν οι ηθοποιοί, και σκηνικοί οι λοιποί καλλιτέχνες που εμφανίζονταν στο θέατρο (βλ. Σούδα, λ. θυμελικοί). Στα εκκλησιαστικά και πατερικά κείμενα, ιδιαίτερα της ύστερης βυζαντινής περιόδου, ο όρος θυμελικός χρησιμοποιούνταν και με τη σημασία του λαϊκού μουσικού ή οργανοπαίκτη, ο οποίος διασκέδαζε το κοινό τραγουδώντας, χορεύοντας και παίζοντας μουσική, κυρίως σε γάμους και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις, συχνά φορώντας φανταχτερό κοστούμι. Ιδιαίτερα οι θυμελικές, δηλαδή οι γυναίκες θεατρίνες, χορεύτριες και μιμάδες, αντιμετωπίζονταν ως μια περιθωριακή ομάδα ανυπόληπτων καλλιτέχνιδων και εταίρων (πρβλ. Πλούτ. Σύλλας, 36).
Τα λεγόμενα θυμελικά παίγνια της βυζαντινής και ύστερης βυζαντινής περιόδου αφορούσαν: α) ιδιωτικές ή δημόσιες ψυχαγωγικές εκδηλώσεις, συνήθως στο πλαίσιο θρησκευτικών εορτών, με συμμετοχή διασκεδαστών και συνοδεία μουσικών οργάνων· β) ιδιωτικές εθιμικές εκδηλώσεις του οικογενειακού κύκλου, όπως γλέντια γάμων, καθώς και επίσημες αυτοκρατορικές τελετές ή γεύματα προς τιμήν επιφανών προσώπων. Το περιεχόμενό τους χαρακτηριζόταν ως φαιδρό, άσεμνο και ειδωλολατρικό. Οι εν λόγω εκδηλώσεις λάμβαναν χώρα σε ποικίλους χώρους, από τη βασιλική αυλή έως τις λαϊκές συνοικίες της Κωνσταντινούπολης, με τη συμμετοχή μουσικών, ακροβατών, χορευτών και ομάδων ηθοποιών, προσφέροντας μουσική, τραγούδι, χορό και, πιθανώς, σκηνικές παραστάσεις. Η Εκκλησία είχε, από νωρίς, απαγορεύσει ρητά τη συμμετοχή ιερουργούντων σε τέτοιου είδους θεάματα [Κανόνες τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου (357–368 μ.Χ.), Κανὼν ΝΔ΄· Κανόνες τῆς ἐν Τρούλλῳ Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (691 μ.Χ.), Κανὼν ΚΔ΄. Η μουσική του θεάτρου και η έντονη, ρυθμική, λαϊκή ή κοσμική μουσική που παιζόταν σε δείπνα, συμπόσια, γάμους κ.ά., ήταν γνωστή ως θυμελική (και θυμελικά ἐπιτηδεύματα ή ᾄσματα). Οι Πατέρες της Εκκλησίας καταδίκασαν τα θυμελικά μέλη ως φορείς διαφθοράς της πίστης. Σταδιακά, η λειτουργική μουσική διαχωρίστηκε από τη θυμελική, αποκτώντας το δικό της καθορισμένο σύστημα.